Δευτέρα 30 Μαρτίου 2009

Ταξική ανάλυση και μετανάστευση σε ένα

Η υπεραστική τάξη βυθίστηκε στον μηδενισμό της και αποκοιμήθηκε.
Η μεγαλοαστική τάξη μέθυσε από την απληστία της,ξεχάστηκε στον εγωισμό της και νόμιζε πως πέρναγε καλά.
Η μεσοαστική τάξη παλεύει χρόνια για να γίνει μεγαλοαστική αλλά παρασυρμένη απ` τα μπουζούκια και τον τζόγο,ξεγελασμένη απ` την υπερκατανάλωση δεν τα καταφέρνει.
Η μικροαστική τάξη βρίζει και καταριέται την αδικία και το σύστημα αλλα φροντίζει να ξεκουράζεται αρκετά για να ξαναπέρει δύναμη να βρίζει.
Το προλεταριάτο λούμπεν και μη συνεχώς προσπαθεί να συσπειρωθεί και να συντονιστεί,αλλά η επανάσταση δεν έχει τηλεφωνικό κέντρο.
Στο μεταξύ κάμποσοι Βορειοηπειρώτες με αλβανικά διαβατήρια και κάμποσοι Αλβανοί με έλληνικα ονόματα βρίσκονται άσκοπα ανάμεσα από δυό πατρίδες που τους γράφουνε στα αζήτητα της ένδοξης η άδοξης ιστορίας τους

Χαιρέτα μου τον Πλάτωνα

Το βλέμμα μου δεν ξάπλωσε ποτέ στις παραλίες των ματιών σου.
Τα λόγια μου κρατήθηκαν στο φράγμα του χώρου και όταν έφτασαν στον προορισμό τους ήταν ήρεμα και ξεθυμασμένα
Τα χέρια μου παράλυσαν και δν χάιδεψαν ποτέ τα μαλλιά σου,
και σαν να μην φτάναν όλα αυτά,δεν σε συνάντησα ούτε καν μια φορά...

Μπας και...γλυτώσουμε?



H σελήνη μούσκεψε με την βαριά της υγρασία,τα γιασεμιά και τα νούφαρα της λίμνης.







Τ`αστέρια ξάστρισαν όλη την νύχτα τα νωτισμένα πέταλα των λουλουδιών,



και σιγά σιγά άρχισαν να ξεθωριάζουν και να θαμπώνουν απαλά.






Οι πρώτες ακτίνες του ήλιου εξαύλωσαν την πάχνη κάνωντας την ένα μικρο σύννεφο από αιθέρια έλαια λουλουδιών.








Και η κακία του κόσμου τιμωρήθηκε για την κενότητα της με μιά καταιγίδα
που φούσκωσε τις θάλασσες όλου του κόσμου.



Και έμεινα μόνος σ`ένα ύψωμα να αγναντεύω το κόπασμα της καταιγίδας.










Και ήρθε η θάλασσα να στάξει ένα δάκρυ της στα μάτια μου...

Κυριακή 29 Μαρτίου 2009

Εν υπηρεσία

Ο μεγάλος αλήτης που κυβέρναγε το σύμπαν βάλθηκε να αναμοχλεύει τα πάντα και να μην αφήνει τ'ιποτα στην θέση του.Εβαζε τα μικρά ανθρωπάκια να βαράν υπηρεσίες για την πάρτη τουκαι τα άπειλούσε που και που με κάθε φύσεως τιμωρίες.Τα`χε δασκαλέψει καλά και τ΄αχε πείσει να μείνουν ακούνητα και μίζερα στις θέσεις τους,μέχρι να γεράσουν και να αφομοιωθούν απ`το όλο τίποτα.Και γύρναγε απο δώ γύρναγε από`κει και τα ανθρωπάκια επαναλάμβαναν


συνέχεια τα όσα είχαν μάθει.Και όταν το σύμπαν ετοιμοθάνατο διαλυόταν το`κλεισε ξανά
στην βαλίτσα,το ταρακούνησε και αφου βρήκε ένα τραπέζι,άνοιξε με κρότο την βαλίτσα και άφησε τις μικρές μπίλιες να κυλήσουν,με θόρυβο να αναπηδούν και να συγκρούονται στο πάτωμα.
Και έφυγε να πάρει τσίγαρα...

L

Στις συμπληγάδες της αγάπης σου πέτρες έμεινα ακίνητος,από πίσω τους έχασκε η ατόφια λογική σου.
Στην εμποροπανήγηρη των αισθημάτων σου απλώς μεταπράττης.
Πως τάχα να διάλεξες ενώ σε διαλέξαν?
Πως τάχα να δώσεις αφού δεν σου δώθει?
Στα πυροτεχνήματα των γιορτινών σου εκλάμψεων έμεινα αδιάφορος.
Στο υπέρπυρο του εγώ σου το κλέος ,απλός σαλτιμπάγκος.
Πως τάχα να νιώθεις αφού δεν συμπάσχεις?
Πως τάχα να λυπηθείς αφού δεν θύμασαι?
Στις Πύρρειες του εαυτού σου νίκες απλώς υποχώρησα,τι λύπη στο πεδίο της μάχης να μένεις μονάχη?

R

Στις εκπυρσοκροτήσεις των ονείρων σου απλώς κούρνιασα,περίμενα αργα και υπομονετικά κρυμμένος στο χαράκωμα,και σαν στόμωσαν τα μπαρουτοκαπνισμένα σου χαμόγελα απλώς λύσαξα να δω την επόμενη σου κίνηση.Σ`αγαπώ σαν λαχάνιασμα εφιάλτη που ψάχνει οξυγόνο στον βυθό μιας λίμνης.Σ`αγαπώ σαν παραμιλητό στερνός βρόγχος του φεύγα.Σ`αγαπώ σαν σε ανείπωτο όνειρο που κρύφτηκε σ`ένα ατσαλο ξύπνημα.Και σε μισώ ακριβώς το ίδιο γιατί δεν ξέρω πως άλλο να τραβήξω στα άκρα την ζωή,να την ξεχειλώσω για να τα χωρέσει όλα μαζί τώρα,σε μια μέρα ,σε μια ώρα,ένα δευτερόλεπτο,ένα χάπι που θα το καταπιώ και θα τα έχω ζήσει όλα...
Ανήσυχα τα σωθικά μου κλωθωγυρίζουν ένα ποίημα που πάνω που το πιάνω φεύγει,ίσως να`ναι το επόμενο,και εσύ αγαπημένη μου κοιμάσαι...

Θυμάσε τότε?

Το έβλεπα πως χανόνταν πίσω απ`τα γκριζα σύννεφα, την βροχή και την κακοκαιρία και σε λίγο τα φώτα του την μια φαίνονταν και την άλλη χάνονταν.
Μες το μισόφως άναψα ένα τσιγάρο,τράβηξα μια ρουφηξιά και χάρισα τον καπνό της στον άνεμο.
Μετά θυμήθηκα τότε που κύλησε ένα δάκρυ σου και με το δάχτυλο το σκούπησα και το γεύτηκα αμέσως μετά.
Θυμήθηκα την ιστορία που μου διηγήθηκες χωρίς λόγια μα μόνο μέσα σ`ένα λεπτό σιγής.
Το καράβι ξεμάκρεναι ακόμακαι η βροχή έγινε ακόμα πιο βαριά και μου`σβησε το τσιγάρο.Λογάριασα διστακτικά τις πιθανότητες να σε ξαναδώ και ήξερα ότι και αν ξανασυναντιόμαστε τίποτα δεν θα ήταν πια το ίδιο.
Κλώτσησα μια πετρα και γύρισα την πλάτη στον γυαλό.
Ήδη απομακρυνόμαστε για δύο εκ διαμέτρου αντίθετες κατευθύνσεις.