Το ιππικό ήταν νευρικό. Όλοι μετρούσαν τα δευτερόλεπτα,πύργοι από πίσω μας φύλαγαν τα νώτα μας,οι δε αξιωματικοί περιτριγυρισμένοι από τους στρατιώτες τους ανέδιδαν μια σιγουριά αυτοπεποίθησης.
Ήταν από αυτές τις μέρες που φωτίζονταν από ένα φως σαν λάμπες νέον και μια απίστευτη νευρικότητα είχε ξεχυθεί στην παράταξη.
Έπρεπε όχι μόνο να κρατήσουμε αλλά και να προελάσουμε μπροστά,να σπάσουμε την παράταξη του εχθρού που θα καραδοκούσε την οποιαδήτε αδυναμία θα δείχναμε για να την εκμεταλευτεί.
Σαν να υπήρχε ένας θείος νους είχαμε τοποθετηθεί σφιχτά ο ένας δίπλα στον άλλο με σκοπό να καλύπτουμε όλες τις πτυχές της προέλασης. Πρώτο φαίνονταν ότι θα προέλαυνε το κέντρο,εκεί ακριβώς που βρισκόμουν και ο σκοπός δεν θάταν παρά να καταλαμβάνομαι το ένα τετράγωνο μετά το άλλο μέχρι η να πέσουμε η να νικήσουμε.
Δεν χώραγε κανένα είδους υποχώρησης η ενδοιασμός.
Ένας καπνός πνιγηρός έρχονταν από τα αριστερά και δηλητηρίαζε το πεδίο.
Και να τώρα προχώρησα ,όλα είχαν ξεκινήσει ξαφνικά..Άρχισα να προελαύνω και κατ έλαβα με βιάση το επόμενο τετράγωνο χωρίς κανενός είδους αντίστασης.
Μετά κινήθηκε το αριστερό κέρας,ενώ το ιππικό με έναν υπερκερωτικό ελιγμό βρέθηκε ένα τετράγωνο αριστερά να καλύπτει τα πλευρά από την πιθανή αντεπίθεση του εχθρού.
Μετά ακόμα ένα και περιχαράκωση στο επόμενο..Όλα πήγαιναν καλά..Μετά από λίγο άρχισαν οι πρώτες απώλειες εκατέρωθεν των στρατοπέδων,και είδα τους πρώτους να χάνονται μπρος στα μάτια μου,αλλά εγώ συνέχιζα ακάθεκτος,ένα σταθερό βήμα κάθε φορά. Είχα ήδη βρεθεί σχεδόν μόνος στο κέντρο της αντίπαλης παράταξης να ελέγχω το κέντρο βάρους της σύγκρουσης αλλά ταυτόχρονα ήμουν και ο πιο εκτεθειμένος εκείνη την στιγμή στους κινδύνους. Αλλά συνέχισα αφήνοντας πίσω μου και προσπερνώντας εχθρικές μονάδες.Έφθανα όλο και πιο κοντά στον αντικειμενικό σκοπό μου,έφτανα όλο και πιο κοντά. Από δίπλα μου με ακολουθούσε και ένας άλλος συστρατιώτης μου που προστάτευε ενστικτωδώς την προέλαση και τα πλάγια μου,μέχρι που το είδα να χανεται και αυτός από μια κρούση του αντίπαλου ιππικού.
Ήμουν πολύ΄κοντά αλλά είχα πλέον μείνει μόνος και ξεκρέμαστος. Και τότε το είδα,έπρεπε να θυσιαστώ...
Ένιωσα με μια ορμή σαν σάρωμα,σαν ένα βίαιο σκούντημα τον μαύρο εκείνο αξιωματικό να με εκτοπίζει.
Και ένα θεόρατο χέρι να με αρπάζει και να με τοποθετεί δίπλα από το τεράστιο διπλό χρονόμετρο που όριζε την μοίρα μας εκείνη την μέρα της σύγκρουσης.
Είδα το τσιγάρο που γέμιζε καπνό το πεδίο να καίγεται πάνω στο τασάκι.
Αλλά το τελευταίο πράγμα που μπόρεσα να δω ,προτού ξαναμπώ στο σκοτεινό μου κουτί που με φιλοξενούσε για καιρό,
ήταν τον Βασιλιά μου να γέρνει πεσμένος από αγανάκτηση στο πλάι της σκακιέρας...












Δεν πειράζει γιατί σαν πολυφορεμένο σακάκι και αυτή αν ξεφτίζει,αν τρυπάει και μπάζει από παντού,αρκεί μια ίνα της που να μυρίζει ,ιδρώτα ,αγάπη και κλάμα,κούραση,χαρά και ευτυχία,ανάπαυση,δράμα και νίκη για να μας σηκώσει στο βάραθρο που λέγεται ζωή και να μας πει φωναχτά΄...
