Σάββατο, 25 Απριλίου 2009

BOYΗ ΑΠΟ ΠΑΝΤΟΥ

άΠΕΙΡΟ ΔΙΗΝΕΚΈς
υΠΕΡΤΑΤΗ ΚΡΙΣη

Στις υπερτασικές σου αρτηρίες,ψήγμα αλήθειας,θρομβικά επεισόδια/κρένε και μοίρανε.
Δελτία ειδήσεων/πολιτικών ανάθεμα,κουζίνας σκύλοι.
REBEL YELL κυλάει κάθε απόγευμα.
Στις 3.15 το τρένο έφευγε βουίζωντας.
Σας αγάπησαν μετά το σωτάρισμα.
Νίκησε το ματς,τα φώτα σβήσαν.
3.19 τακίμιασαν πίσω απ`τις κουρτίνες.
4.58 άκουσε/Σιγή
Εφτάψυχες σεργιάνιζαν κάτω απ`τα έδρανα,αλλόκοτοι πειρασμοί δωροδωκήθηκαν.
Πέταμα κάτω απ`τα σύννεφα,ανέρμιζε μιά σβούρα.Πυροφλεγές ομοίωμα Ιούδα στο τσουκ μπόξ με τα τριάντα αργύρια,κρύσταλλοι βαμπιρ λιωμένα στο κουτάλι,θεμιτοί υποσυνείδητοι σκοποί φυλάγαν το γιοφύρι.
5.37 κατέβαζες την κατσαρόλα,ρομποτική ανάπαυση.ανάχαρση νευρώνων.Παροδικοί ανώνυμοι χτυπήσαν κάθε έγνοια,
45 χιλιοστα του εκατοστού απάντηση ,μια ζύμωση σε δόσεις SIEMENS.
υΠΌΜΝΗΜΑ ΑΝΆΡΤΗΣΗς ΣΤΟ πΑΝΘΕΟν
Συναρθροιστική υπόγεια διάβαση και δράση,΄
παρώδιες μικρές αναταράξεις.Βυζί, ρόγχος δρυμής ,βαριά ανάσα.
Βούισμα στο θρόισμα μιας θλίψης.Σ`αγαπώ μικρα κομμάτια από κτερίσματα στον σύλλογο λατρών ποιητικών αγώνων.Διέριξαν τα ιμάτια τους.
Σκέψη λαβυρίνθου με μονοκονδυλιά..

Πέμπτη, 16 Απριλίου 2009

OMNIBUS



Και όλα όσα είπες,όλα όσα έγραψες,όλα όσα σκέφτηκες ποτέ,ήταν όλα αυτά ,όλα αυτά που κρύβονταν και θα κρυφτούν για πάντα εκεί.

Όλα όσα κατάλαβες σ`αυτήν εδώ την ζωή,όλες οι πράξεις και οι παραλείψεις.







Όλα αυτά που ένιωσες, ακόμα και αυτά που ένιωσες χωρίς να το συνηδειτοποιήσεις,
όλα έκείνα που συσσωρεύτηκαν στις μνήμες και μπορούσες να τα επικαλεστείς,ακόμα και αυτά που ούτε καν τα θυμώσουν,ήταν όλα εκεί.







Και εγώ τα είδα για λίγο ζωντανά,μπροστά μου,καλογραμμένα και καθάρια να απειλούν την μία απόλυτη αλήθεια,τα είδα εκεί.


Είναι άδικο να χαθούν έτσι,χωρίς να δώσουνε το φως τους σε κανέναν,είναι άδικο μεγάλο να εξαφανιστούν και να χαθούν.Ήταν άδικο και κατάρα μεγάλη να βρίσκονται όλα εκεί,







σ`εκείνη την τελευταία σχισμένη σελιδα...Ήταν άδικο..






Koινή μοίρα,κοινής γνώμης,κοινωνικού θεατρικού αυτοσχεδιασμού.








Σας ζήτησα να αμφιταλαντευθήται και το κάνατε.




Μπράβο σας κυρία Μπλούμφεργκ...



Έχετε και μιά θαυμάσια χάρη στις κινήσεις σας βλέπω...








ΟΟΟ!!! Κυρία ΄Μπλούμφεργκ,τι πράγματα είναι αυτά,μου φαίνεται πως είστε εντελώς σκνίπα.


Ναι μάλιστα, το ξέρω ότι ποτέ δεν με εμπιστευθήκατε ,μα τώρα θα σας ξεγελάσω και θα σας κάνω να αναθεωρήσετε εντελώς τις απόψεις σας.







Ο ποταπός κύριος Τζόουνς έκλεψε και πάλι στα χαρτιά και θαρρώ πως μου χρωστά ακόμα 120 ολόκληρα φράγκα τηλεθέασης,όςσο για τον Σάνυ Μπελλ κατάντησε και αυτός στον σύλλογο αμφιταλάντευσης Μπιορν Φογκ.

Λοιπόν...Τώρα όλοι μαζί θα τραγουδήσουμε με ρυθμική επίκυψη το UUUUUUUUU,σαν τον άνεμο,όπως ακριβώς όταν είσαι ερωτευμένος,UUUUUUUU....





(Mεταξύ μας ,πάντα υπήρχαν αντιδράσεις περί της αποτελεσματικότερης μεθόδου αμφιταλαντεύσεως).
UUUUUUUU,μπρος -πίσω,μπρός-πίσω.
Την μιά να σκέφτεστε πως έχετε δίκιο ,την άλλη άδικο,μπράβο σας,μπρος-πίσω,μπρος-πίσω,την μιά να είσαστε εδώ την άλλη εκεί,μπρος-πίσω,την μιά μαύρα την άλλη άσπρα,την μιά να προτιμάτε το ροζ την άλλη το μαβή,μπρος-πίσω,μπρος-πίσω.
Έτσι θα περάσει και αυτή η ζωή χωρίς να το πολυκαταλάβετε,χωρίς να πολυσκοτιστείτε.

Άντε πιείτε το γάλα σας,κάντε ένα διάλειμμα και συνεχίζουμε...



Τετάρτη, 15 Απριλίου 2009

Μετά από εννιά μήνες...

Το μαρτύριο της ξεκίνησε από πολύ πρωί,ώρα 5,30.
Την παρέλαβαν μικρή τρομαγμένη και άφωνη,ότι έπρεπε για τις ανίερες ορέξεις τους.
Ήταν πολλοί παρόντες αλλά παρεμειναν απλοί θεατές.Την περιέλαβαν και με αισχρά υπονοούμενα ξεκίνησαν ο ένας μετά τον άλλο να ρουφάν την κάθε ρανίδα ζωντάνιας που είχε αφήνωντας πάνω της ανεξήτιλο το πέρασμα τους και τα σημάδια της βίας τους.
Πρώτος ξεκίνησε ο Παπαδιακος.Με ένα πλατύ σαρδόνιο χαμόγελο αρχισε να την χαμουρεύει κοιτώντας την με νυσταγμένη λογω ώρας λαγνεία.Μετά ήταν αυτός ,τον είδα,ο νΑυτιάς.Την τράβηξε με βία και άρχισε να την θωπεύει αφήνωντας μια γλείτσα και σάλια πάνω της ενώ ακόμη κανείς δεν είχε δει τα χειρότερα.Και ήταν και άλλοι,συνεχεια και κατά συρροή,σε αυτόν τον αποτρόπαιο χορό,μετά από ώρα και αφου ξαπόστασε για λίγο μπηκε με βία μέσα της ο Χατζηλάου λάου λάου.Ο Καρκαρουνάκης την τράβηξε απ`τα χέρια του με μιας και με βίαιες κινήσεις και στεντόρειες κραυγές την έσπρωχνε από πίσω.Και αυτή ακίνητη και κουρνιασμένη υπέμενε αμίλητη.Όταν μπήκε μέσα ο σΤράκας την κοίταξε με μια χαρακτηριστική ειρωνεία ρωτώντας την "Πονάς"?? Μα εκείνη δεν μπορουσε να αρθρώσει λέξη και εκτόνωσε με την σειρά του τον ανδρισμό του μέσα της. Ο Φευγαγγελάτος στην αρχή αντιστάθηκε μα τώρα φαίνεται πως ήθελε απλώς να το παίξει καλό παιδί και όπως την είδε πεσμένη επιτέθηκε και της ξέσκισε τα τελευταία της ρούχα...
Μετά από εννέα μήνες κανείς δεν ήξερε τίποτα,κανείς μα κανείς ,και ας τους είχε καρφώσει όλους ο Μάκης στεγνά.Τόχε πει στους συγγενείς της για το ποιόν της και ας κάναν όλοι πως δεν ήξεραν.
Έτσι γεννήθηκε αυτό το παιδί,αγνώστου πατρός και μπασταρδεμένο, με ψήγματα απ`την κακομοίρα την μάνα του που καθημερινά υπέμενε αυτό το μαρτύριο για χάρη άλλων.
Έμεις προσπαθούσαμε να το αφουγκραστούμε,να δούμε τι του λείπει,να το καταλάβουμε αλλά κανείς δεν μπόρεσε να κάνει τίποτα ,απλώς θα χανόταν χωρίς καμμιά ελπίδα να μαζεψει τα κομμάτια του..
Άφωνοι θεατές σ`αυτό το δράμμα συνεχίζαμε να περιμαζέυουμε το καθε παιδάκι περιμένοντας την αφιξή του σταθερά σαν νάταν μια ακόμη είδηση απ`την επικαιρότητα...

Ένδοσκοπική ανασκολώπιση η αλλιώς Πως να μην ηρεμείς ποτέ







Η άγνοια και η λήθη








γεννούν την ταύτιση και το πάθος.






Η ταύτιση και το πάθος,






γεννούν την αγάπη για την ηδονή.








Η αγάπη για την ηδονή,


γεννούν τον θυμό,
όταν δεν την έχεις.


Και έτσι και εγώ θυμώνω...




Σάββατο, 11 Απριλίου 2009

Eκούσια αποποίηση

Ήθελε να ζήσει μιά ζωή κλεμμένη,
μια ζωή κάποιου άλλου.
Ήθελε να γευτεί τις γεύσεις κάποιου άλλου,μα αρκέστηκε σε κάποιες μοναχά στιγμές,σε κάπ[οιες λίγες αναμνήσεις,που τις έφτιαξε με προσοχή πολύ μα χωρίς να πετύχει τις ιδανικές συνθήκες.Και έμεναν στις κόρες των ματιών μετοικάσματα ξένα,ξένα,αλλονών και μακρινά.
Και μέχρι και η μουσική που γέμιζε τις σκηνές ήταν ξένη,παράξενη,που ακουγόταν για πρώτη φορά.
Και όλες αυτές οι ξένες γεύσεις αν και προτόγνωρες έμεναν στιφές και μεταλλικές με μόνο υποψία ευχαρίστησης.Και παρόλα αυτά συνέχιζε να ζει μιά ζωή αλλουνού,μιά ζωή κλεμμένη κατα τύχη απ`τον σωρό...

Και αν λυγίσεις?

Λύγισε τ`αστρο
καί σταξαν
σταγόνες φώς
που με την πτώση τους
σκόρπισαν παντού
αποκαίδια αερόλιθων
στάχτες αστρόσκονης
Παρμένες απ`τον άνεμο,
σκόρπισαν παντού.
Σ`εκείνο το στόμα που θαύμαζε.
Λύγισε ο νιός
και στάξαν ροδοπέταλα
απ`την πληγή του.
Και πότησαν το τυχερό εκείνο ανθόσπαρτο
που γέμιζε σιγά σιγά τον χώρο,
σπόροι καλότυχη σε γή καλοθρεμμένη.




Λύγισε άστρο ,στάξε φώς
πτώση αποκαίδια αστόσκονης στον άνεμο,
ψυχή που σκόρπισες.
Στόμα που θαύμαζε.
Λύγισε νέος,
έσταξε το στόμα ,η πληγή,
ανθόσπαρτο καλότυχο
καλοθρεμμένη γή.

Kρίση

Ασύλλητη παρακμή
θαμπάδα και όνειρο μουντό
σκιά ζενίθ,
ναδίρ και φώς,
μοναχική φωτάδα,
μαρασμός,
ανάμεσα και πρίν ακόμα.
Ερήμια σιωπής
εμπόδιο κραυγής.
Το τέρμα δεν τ`αντίκρισες.

Παρασκευή, 10 Απριλίου 2009

Ολυμπιακό πνεύμα


Γιατί οι ελλανοδίκες έπαψαν τους αθλητές να ελέγχουν και να κρίνουν?
Και πώς οι βάρβαροι τολμούν να διεξάγουν πόλεμο στην γή απ`άκρη σ`άκρη?
Δεν φοβούνται πλέον τους θεούς,την ιερή ανακωχή,τους όρκους των αγώνων?
Ποιά πόλη τους ελεύθερους πολίτες θα δεχτεί, τα τείχοι της θα ρίξει,για να περάσουν στεφανωμένοι με ελιές οι νέοι νικητές?
Γιατί η Ολυμπία είναι έρημη,τα έδρανα αδειανά και μισογκρεμισμένα?



Μόνο μια πινακίδα σκουριασμένη να στριγγλίζει στο βάθος φωναχτά "ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ COCA COLA"?


Δευτέρα, 6 Απριλίου 2009

Viaggio nel amore (ταξίδι στην αγάπη)

Mediatore fra i dei e gli uomini,era il tuo sguardo che si e stato perso detro il vuoto,e ti cercavo dentro le stradine parallile del tempo disperatamente,seguendo le traccie del` tuo ultimo sguardo.
Ma tu non c`eri.
Dopo ho sentito a un angolo del vuoto il tuo profumo,sapevo che sei passata di la.
Ma tu non c`eri.
Camminando sull filo del rasoio,ho scoperto il sapore del tuo baccio,e so che era tuo perche l`avevo assagiato.
Ma tu non c`eri.
Dopo ho sorpassato la rete del sole e della notte,e ho scoperto due tre pensieri nascosti,che eranno tue.Li ho raccolti anche quelli dentro la tasca e ho continuato a camminare.
Caminando sulle pianure dello sentimento,ho trovato il tuo corpo finalmente,ma era vuoto,e tu non c`eri.
Ho messo dentro ,lo sguardo,il profumo,il sapore del tuo baccio,e i pensieri ma mancava l`anima..
Ho tolto fuori la mia,te lo regalata con amore ehai ricominciato da vivere.
La prima cosa che hai fato era di cominciare a cercare il mio ultimo sguardo che e stato perso dentro il vuoto insieme con la mia ultima respirazione..

Λαξεμένο θα βρεθεί


Εις τις επάρσεις,πρώτος..
Λαμπρά αγνόησες την κρίση των ανθρώπων,
καμμία επιθυμία ακόρεστη,
καμμιά νύξη ακάλυπτη,
καμμιά στιγμή να πέρασε χωρίς να ρουφήξεις την ζωή της.
Ακόμα και όταν ξυπνησε το μάταιο,το αχανές ήσουν εκεί παρών.
Να το καλύψεις με τα χάδια της πνοής σου...







...και ας μέναν οι άλλοι θεατές απλοί σε έναν ακόμη επιθανάτιο ρόγχο.



Κυριακή, 5 Απριλίου 2009

Αφιερωμένο στο Kyanion


O SUPER ΓΚΟΥΦΗ δεν θα πετάξει απόψε..
Τα είχε ήδη δει όλα ,γεύτηκε όλες τις γεύσεις,έχασε την αίσθηση της έκπληξης.
Ναι φίλε μου .Ο super ΓΚΟΥφη δεν θα πετάξει απόψε.
Εφαγε βαριά,ήπιε μερικά ξύδια και τα φυστίκια μπαγιατέψανε.
Τους είδε όλους από ψηλά,περίμενε αυτόν που θα τον βάλει στην θέση του.Τ`'αβαλε με όλους μόνος.Αλλά όχι,σήμερα δεν θα πετάξει.Θα μείνει στο σπίτι του και θα δεί τηλεόραση κατά προτίμηση το δελτίο των 8,00.
Θυμότανε όλα του τα ταξίδια ,όλα τα πρόσωπα όλες τις περιπέτειες και απλώς περίμενε...
Προκλήσεις πολλές αλλά καλύτερα να κάνεις τον γκούφη σκεφτότανε γιατί πλέον δεν ξεμπερδευεις άλλο.Παλιά ήταν απλά τα πράγματα.Ο κακός ο καλός και ο άσχημος,τώρα ??
Ποιός είναι ποιός?Την τελευταία φορά τα μπέρδεψε έκανε λάθος.Είχε θολώσει η κρίση του.
Γιαυτό άσε ο Super Γκούφη δεν θα πετάξει απόψε..
Κοιμηθήτε ήσυχα...ΣΣΣΣΣΣ

Πέμπτη, 2 Απριλίου 2009

Προσποιήσου τα κατάφερες







7 Δήθεν μετά,


και ανέμιζες στα βάθρα των μικρών σου σκέψεων το έρμα.





Εφτά δήθεν μετά και αντέτινες τις δολερές σου νύξεις μπρος το τέρμα.




Εφτα δήθεν μετά και σκέφτηκες ακόμα ένα δήθεν πριν το γέρμα.







Και όταν τα δήθεν μείναν ορφανά ανούσια κατάλαβες το τέλμα.

Μου χάρισα μιά στιγμή



Ρυάκια ονείρων γλύστραγαν εκείνες τις Αυγουστιάτικες βραδυές,απ` το υγρό σου βλέμμα,



και τα μαλλιά σου τά παιρνε ο άνεμος.



Καθώς αγνάντευε απ`το παλιό το φρούριο την θάλασσα και τα μακρυνά της φώτα,





και όπως οι λέξεις σου κομμένες καθώς βγαίνανε χτύπαγαν από μακρυά και ξεθυμασμένα τον στόχο τους,παρατήρησες την σιγανή μουρμούρα της θάλασσας που σαν να ρώταγε επίμονα την ίδια ερώτηση με πείσμα,δυνάμωνε και σκέπαζε τα λόγια σου.





Και παρέμεινε σιωπηλός στις ερωτήσεις της.


Για λίγο όμορφος μέσα σε κείνον κει τον χρόνο,σιωπηλός και ακίνητος,χαρίζωντας ένα ελαφρό χαμόγελο στην αιωνιότητα που ξύπναγε απ`τον μεγάλο της λήθαργο για να σου κλείσει το μάτι.









Και κάπως έτσι ας με θυμάσαι για πάντα.


Η πασαρέλα με τις μάσκες



Νόμιζες πως έτσι απλά θα σού`ρθει η ευτυχία εεε?
Αγνοώντας τον εαυτό σου,την δυστυχία των άλλων και γίνοντας αρεστός στον περίγυρό σου.
Τι μικροαστική συνήθεια και αυτή.
Τους ξεγέλασες όλους εεεε?
ΝΟΜΙΖΕΙΣ..
Μα τώρα κοίτα στον καθρέπτη την μάσκα που φόρεσες και πάρε θάρρος,βγαίνει?
Μπορείς να την βγάλεις άραγε?



Δεν νομίζω,δεν μπορείς γιατί φοβάσαι,γιατί σε βολεύει να πιστεύεις ότι είσαι εσύ.
Υποψιάζεσαι τι θα δείς όταν την βγάλεις,και όσο μπορείς και αναπνέεις με την μάσκα πάλι καλά,άντε και κάνας αναστεναγμός και κάνα κλάμα που και που για να οξυγονώνεσαι.
Το ξέρω ότι κάποιες φορές σε στενοχωρεί και σε πλακώνει αλλά ελπίζω να την συνήθησες και να την συνηθίσεις,






γιατί έτσι και κάνεις την αποκοτιά και την βγάλεις την πάτησες,γιατί εκεί που ήσουν πριν εσύ θα χάσκει το κενό σου....




Ευτυχώς το κενό δεν κλαίει και δεν παραπονιέται.
Επιπλέει στο διάστημα...


First steps in the inner space





Tι πάθος σ`έσπρωχνε,σέρνοντας τα πρώτα σου βήματα,
σαν μεθυσμένος ,χωρίς έλεγχο,να προσπαθείς να λύσεις ένα μυστήριο,χωρίς καμία έκπληξη
Πιασμένος απ`την βεράντα του μπαλκονιού μπουσούλαγες...
Άλλες φορές δοκίμασες ν`ανέβεις τις σκάλες της παιδικής σου ταράτσας,φραγμένης από εμπόδια και όταν τα κατάφερες,έπεσες αναπηδώντας σαν μπάλα από λάστιχο.
Και πάλι τότε καλοκαιριάτικη βραδιά,έλαμπε η λάμπα στην αυλή και μπλέχτηκες στα κλωνάρια της κληματαριάς,μέχρι που ξημέρωσε.
Άλλες φορές μισόπλεες πάνω απ`το ίδιο σώμα που αντίκρισες,μικρού παιδιού,που άκουγε τον Γέρο του βουνού,πετώντας το ποδήλατο στην άκρη.


Και από όλα τα ταξίδια σου στην Γη τι νάμεινε πιό ζωντανό,πιο εκθαμβωτικό στην θύμηση, εκτός,απ`το πάθος,την ορμή,την θέληση που σ`έσπρωχνε σέρνοντας να κάνεις εκείνα κει τα πρώτα σου βήματα....