Σάββατο, 30 Μαΐου 2009

Καθώς λυγίζαν οι σκιές στο κατώφλι σου...

Εμφανίστηκε απ`το τίποτα και χάθηκε ανάμεσα από δύο σκηνές...
Και τον είδα με την άκρη του ματιού μου...
Χρόνια μετά τον ξαναείδα και τον πρόλαβα...
Και μου ψιθύρησε στα αυτί δύο λόγια γι`αυτόν.
Σε τίποτα καλός μα ικανός για όλα.
Μια δύναμη που δεν εκδηλώθηκε ποτέ.
Πονηρός μα άβουλος συνάμα.
Διεστραμμένος χωρίς πάθη.
Αλλόκοτος στην κοινοτυπία του.
Ρούφαγε την δύναμη των άλλων,άθελά του,διαφορά δυναμικού.
Πράος στην τρικυμία,
Ψύχραιμος σαν μια ψυχρότητα
Στομωμένη λεπίδα σπαθιού.
Έτρεχε ανάμεσα απ`τις σκηνές και έψαχνε την θέληση. των ανθρώπων.
Κοίταγε πίσω απ`τις σκηνές για κάτι αληθινό,γελώντας και απορρίπτοντας τα ψέμματα,
περίμενε ακόμα εκεί,να κινεί,να υποβάλει,να κυβερνάει την ροή...
Λίγοι τον είδαν,οι περισσότεροι τον αντιλήφθηκαν απλά εξ επαγωγής,άλλοι σαν ένα υποσυνείδητο μήνυμα,εγώ τον αντιλήφθηκα απλά, καθώς έβλεπα τις σκιές να λυγίζουν στο κατώφλι του....

Πέμπτη, 28 Μαΐου 2009

La fuga e ammessa.(Η φυγή επιτρέπεται) no3

Διάλεξα την καλύτερη λύση...
Έμεινα απλώς ακίνητος και έλπιζα δυνατά η κάθε στιγμή να γίνει μια αιωνιότητα. Το κάθε δευτερόλεπτο να γίνει ένα απέραντο τώρα. Κάποιες στιγμές πραγματικά μεγάλωναν σαν φούσκες αλλά δυστυχώς σπάγαν και διαδέχονταν από άλλες.
Γύρναγα στο πριν για να πιαστώ από κάποια σκηνή αλλά μάταια,πήγαινα στο μετά αλλά δεν το έφτανα,και τώρα καθηλωμένος έπλεα σε πελάγη ουδετερότητας...
Διάλεξα την καλύτερη λύση?
Ένιωθα ένα ασήμαντο κενό,μια φαινομενική αταραξία,παρατηρητής μιας υπερκαινοφανούς υπερφυαλότητας.
Έπρεπε και χρειαζόταν ένα "supersonic crack",μια ταχύτητα η απείρως μεγάλη η μηδενική.
Μια ρωγμή σταθερή στον χρόνο...
Και τώρα??

La fuga e ammessa.(Η φυγή επιτρέπετε) no2

Σκεφτόμουν την φυγή μα δεν υπήρχε αφετηρία και έτσι ηρέμησα.
Ανάσανα και κάθε ανάσα ήταν αφετηρία και κάθε εκπνοή δρόμος.
Για μια στιγμή μόνο, σταμάτησα τον χρόνο και κρατήθηκα ακριβώς ανάμεσά του.
Γαντζώθηκα ανάμεσα στα τικ και στα τακ και προσπάθησα να μείνω εκεί για πάντα γεμίζοντας αυτήν την χρονική ανακολουθία σαν σιλικόνη.
Νequaquam vacui?
Δάγκωσα τα χείλη μου μέχρι που μάτωσαν και έμεινα ακίνητος στον ίδιο ρυθμό.
Τα δευτερόλεπτα που πριν ,σαν το μαρτύριο της σταγόνας έπεφταν,έγιναν μια λίμνη,και άρχισα να κολυμπώ απλόχερα.
Ξαφνικά μούδιασε το φως και έγινε κίτρινο.
Βρέθηκα στο τραπέζι πεσμένος δίπλα απ`το πιάτο.
Τους καθυσύχασα όλους.
Δεν είναι τίποτα....
Απλώς επαναλαμβάνω ...
Γέμισα μια χρονική ανακολουθία με κενό...

La fuga e ammessa.(Η φυγή επιτρέπεται)*

La fuga e ammessa,
fu detto l`avvocato.
L`assenza soltanto remaneva tra la gente,provocata dal`vuoto...
La fuga e ammessa,
disse il poeta mentre la poesia fugava davanti a quella realta,
rigida e massiva...



Η φυγή είναι αποδεκτή,
είχε πει ο δικηγόρος.
Η απουσία μόνο παρέμενε ανάμεσα απ`τον κόσμο και εξαιτίας του κενού...
Η φυγή είναι αποδεκτή,
είχε πει ο ποιητής καθώς το ποίημα του ξέφευγε μπροστά από εκείνη την συμπαγή και μεγαλιθική,πραγματικότητα...



*Articolo 52 Codice Penale

Ζέστη εεε??(Ξαναχτυπά)

Ήταν ο αναπτήρας που έλιωσε πλάι στα αποτσίγαρα στο ίδιο τασάκι..
Ήταν η βενζίνη που καταναλώθηκε μέχρι την τελευταία σταγόνα.
Ήταν η ρωγμή στο παρμπρίζ που έγινε από μια πετρούλα απ`την νταλίκα που προσπέρναγε.
Ήταν η μπαλαρίνα που έδωσε τα δάκρυα στον παλιάτσο και τον κορμί της στον ακροβάτη.
Ήταν τα νέα φορολογικά μέτρα στις ελπίδες.
Ήταν η επιτυχία του ντεμπούτου και η βαριεστημάρα της επανάληψης.
Ήταν τα έντομα που κάψαν τα φτερά τους σ`ένα ψεύτικο ήλιο.
Ήταν κάμποσες πρώτες φορές.
Ήταν η NO MANS LAND που ζούσαμε,με το παιχνίδι του τίποτα και τον ρόλο του κανένα που έκαναν τα πράγματα πιο δύσκολα,
και αυτή η καταραμένη ζέστη που δεν μας άφηνε να αγαπήσουμε,να ζήσουμε μα θέλαμε να πέσουμε απεγνωσμένα για ύπνο,
και έβρισκε ευκαιρία η αγρύπνια,
να μας τυραννά....



(Πoυ `σαι ρε Καρυωτάκη είπα)
Υ.Γ.Για τον kyanion .;Έχω aircondition...

Ζέστη εεε??

Τα πράγματα που λέγονται σαν μιά άσκοπη ποίηση..
Η προδοσία χωρίς λόγο...
Και η εκδιδόμενη που πληρώθηκε με ψεύτικα χρήματα,
και αντί για αγάπη,
έδωσε μια λάθος διεύθυνση....


(Που είσαι ρε Καρυωτάκη...)

Δευτέρα, 25 Μαΐου 2009

Για την μικρή missirlou(που φοβάτε τα πάντα)

Συλλογή ατμοσφαιρικών post σε Fa minore
To αδιόρατο.(γη)

Μιά τελευταία αναλαμπή,
χλωμό φως σε πετρινη πύλη.
Αναλαμπή σελήνης.
Νοτισμένες πέτρες,μάρμαρο,
σπίτι με τις πόρτες κλειστές.
Θάρρεψε η νύχτα και έκρωξε στριχνά.
Κουρνιαχτό σε μιά γωνιά και σύγκρυο.
Αχνιστή ομίχλη.
Αλλοπαρμένη σκιά και τρίξιμο.


Μια κάποια νύχτα δίχως μάρτυρες....






Το λάθος(αέρας)


Ερεύνησες κρυφά το κάθε μέρος του σπιτιού σου,
ήσουν σίγουρος ότι οι θόρυβοι που άκουγες δεν ήταν οι συνηθισμένοι.
Σκέφτηκες τις λέξεις δύναμης που γνώριζες και άρχισες να τις προφέρεις όλες.
Πρώτα με σειρά και ύστερα ανάκατα.
Σου ξ'εφυγε και Εκείνη,η Απαγορευμένη που δεν έπρεπε...
Άγχος μεγάλο σε κατέλαβε και κρύος ιδρώτας,και απ`το παράθυρο βάλθηκες κοιτώντας το φεγγάρι,και τις σκουξιές απ`τα νυχτοπούλια ακούγωντας να περιμένεις μ`αγωνία το ξημέρωμα,



την μέρα αυτή,
την μέρα που δεν θά`ρχοταν
ξανά ο ήλιος....



Πέρα στα βάθη.(ύδωρ)


Μες σε πυκνόρευστα σκοτάδια ζεις,
το νήμα αυτού του χρόνου γνέθεις.
Ακίνητη σπαραχτικά θρηνείς,
το μαύρο Έρεβος που στέφτηκες χαμένη.

Πάνω στην άμμο και σε φύκια μαλακά,
μέσα σε κίνηση αργή και σε θολούρα,
σαν κάποιο φως φθάσει στα βαθειά,
αναστενάζεις και γυρνάς σαν σβούρα.

Μπας και λασκάρεις τα δεσμά,
την σκουριασμένη αλυσίδα κόψεις,
την επιφάνεια να δεις,
το φως ξανά να νιώσεις.

Μα όταν των πλοίων η βοή,
χαθεί,
κει κάτω μοναχή ,
θα πάψεις να κινήσαι...

Σκύβεις στα γονατα ξανά΅,
και το κεφάλι σκύβεις,
θα περιμένεις το φως το επόμενο να δεις,
ελπίδα μες το μαύρο Έρεβος να θρέφεις..








Νομίζεις(αιθέρας)

Τιθάσεψες μέσα σ`ακτή αφρόκλειστη
την μανία,
και την έβαψες μπλέ.
Δασκάλεψες τα άστρα να σιωπήσουν και την μουντή σελήνη υγραίνει το σκοτάδι...
Και ο άνεμος έσκουζε "Δύναμη,Δύναμη"
Θέλησες να με παγιδέψεις ακριβώς στην μέση,
να με κρατήσεις για πάντα εκεί...
Μα γλύτωσα,
γιατί είχα θέληση και δεν με ξεγελούν οι νεράιδες και οι περίεργοί σου Σύμμαχοι...
Νόμιζα...
Μέχρι που είδα τα άσπρα πλακάκια,
μύρισα την περίεργη μυρωδιά φορμόλης,
και ένιωσα τ`ασπρο μαρμάρινο τραπέζι που,ήμουν ξαπλωμένος....



Καλή σας νύχτα....

Ποίημα λίγο πριν τον καφέ.


Στυγνό μου απέραντο άπειρο,σ`ευχαριστώ που ορθώνεσαι μπροστά μου,κάθε φορά στις οδούς των ονείρων μου.
Σ`ευχαριστώ που μ`αφήνεις να εκδηλώνομαι σαν αναλαμπή ενός μπουζί μες το χάος.
Νοιώθω δέος κάθε φορά που ανακαλύπτω τους μικρούς θεούς των συστημάτων αναφοράς που ορίζεις και τις νομοτέλειες που με τόση χάρη προσποιείσαι.
Στυγνό μου απέραντο άπειρο,σε θαυμάζω που μ`αφήνεις να σε οικειοποιούμαι και εκδηλώνεσαι στο κάθε κύτταρο του κορμιού μου,στην κάθε σύναψη του εγκεφάλου μου,όταν σε επικαλεσθώ.
Στυγνό μου απέραντο άπειρο,στα φλογοβόλα σου πέρατα μ`άφησες να διαγουμίσω τούνελ τόσα πολλά μέχρι να σε νιώσω,και να αισθανθώ την ολότητα σου για μια στιγμή που ποτέ ξανά δεν με άφησε να κουτσομπολεύσω τον διπλανό μου.
Στυγνό μου απέραντο άπειρο σε ευχαριστώ για ότι μου έδωσες μέχρι τώρα και για αυτά που με καρτερούν καθώς με μαεστρία αρπάζεις το όλο στο τίποτα και με συμπτώσεις αφήνεις την ζωή να υπάρχει.
Στυγνό μου απέραντο άπειρο,γίνε ο οδηγός και ο ελευθερωτής μου από κάθε στάση και αντίληψη που μου περνάει απ`το μυαλό και οδήγησε με όπου θέλεις,δείχνοντάς μου ότι αρμόζει και είναι να δω...


Κυριακή, 24 Μαΐου 2009

Che bello...(τι ωραία...)

Che bello a perdere
le cose piu desiderate.
Che bello a perdere
i desiderii stessi
e le speranze.

Guardarli a fondo come si allontananno,
come i luci di una barca che viaggia..

Guardarli finche che spariscono
in una giornata grigia dalla pioggia.

Guardarli finche che li senti a urlare

"Allontanati"
"Allontanati"


"Non devi stare cosi vicino"

Τι ωραίο να χάνεις
τα πιο επιθυμητά πράγματα.
Τι ωραίο να χάνεις
τις ίδιες τις επιθυμίες
και τις ελπίδες.

Κοιτώντας τες στο βάθος πως
απομακρύνονται σαν τα φώτα μιας
βάρκας που ταξιδεύει....

Κοιτώντας τες να χάνονται
μες την γκρίζα βροχερή μέρα.

Κοιτώντας τες μέχρι το σημείο
που τις ακούς να ουρλιάζουν...


"Απομακρύνσου"
"Απομακρύνσου"

"Δεν πρέπει να πλησιάζεις τόσο κοντά"

Νo waters too deep...

Μεγάλες φουρτούνες
στα μικρά σου τα βάθη
από υπαίτιους θύτες
χωρίς δισταγμό.

Διάπλατα χάνετε ένα βλέμμα που κλώθει
ένα άρρωστο σύννεφο
που αρχίζει και βρέχει
μια πίκρα
μια βουβαμάρα
μια μέρα μουντή
μ`άτσαλο τελειωμό.









Ο βασιλιάς των δηναρίων..(ΙL RE DI DENARI)


Εκείνο που δεν έβγαζε ποτέ κοντά απ`την καρδιά του,ήταν ένα πακέτο με τσιγάρα, στην τσέπη του πουκάμισου του,και τον βασιλιά των δηναρίων.







Τον βασιλιά που βρήκε σε μια γωνιά ενός κατασχεμένου μπαρ που έμενε κλειστό και σκοτεινό για κάμποσα, τότε ,χρόνια.






Το θεώρησε καλό σημάδι το ότι του έπεσε ,σαν μες τα χέρια του,όταν κούνησε κατά λάθος ένα παλιό μπουκάλι.






Από τότε φρόντιζε να τον κρύβει καλά μέσα σε κάθε πακέτο που άρχιζε,και κάπως έτσι γίνανε και οι τρεις τους αχώριστοι.
Όταν κοίταζε εκείνον εκεί τον χάρτινο βασιλιά,τον γέμιζε ένα δέος,καθώς πάντα ατάραχος βασίλευε μόνος πάνω στο ίδιο μικρό χάρτινο βασίλειο,και μόνο τα σύννεφα καπνού που κρύβονταν μέσα σε κείνο το πακέτο τον κάλυπταν απ`το να μην τον δούνε και οι άλλοι.




Ένοιωθε σαν τύχη καλή και με περίσσιο βάρος την παρέα του,που όσο και αν πέρναγε ο καιρός δεν έλεγε να κόψει.




Ωσάν μια μέρα ,έπιασε κάτι σαν παραπονεμένο βλέμμα,και κατάλαβε...
Τον άφησε όρθιο πάνω σε μια πλαγιά να βασιλεύει ασήμαντα,το ηλιοβασίλεμα ,την δύση,την αυγή του ήλιου πάνω στην θάλασσα και έφυγε δίχως κουβέντα.





Έμεινε μόνος του και αυτός να βασιλεύει τους περιπάτους του,παρέα με το πακέτο που έκλαιγε για κάμποσο καιρό τον βασιλιά,
που θά`σβηνε σιγά σιγά,
με την βροχή τον ήλιο και τον χρόνο....




Σάββατο, 23 Μαΐου 2009

Xωρίς οίκτο....

Οι ανακλάσεις των φώτων,στον μοναχικό σου καθρέπτη,
κλείστηκαν μες`το συρτάρι με τις φωτογραφίες και ξεχάστηκαν..
Κρύφτηκαν καλά μαζί με το σκοτάδι και την ξενοιασιά της εποχής τους.
Και είναι καλύτερα θαμμένες,γιατί σαν δουν το φως θα γίνουν όλα γκριζόμαυρα,
θά`χουν την μυρωδιά της αναπόλησις και την αφή της κρυάδας.
Τότε ,σαν ζυγίσουν το τώρα με το χθες,ίσως να νιώσεις αστείος και φταίχτης για όλες αυτές τις λεπτομέρειες που σου ξέφευγαν,
για το τι δεν κατάλαβες...
Έτσι γυρνώντας γύρω,γύρω στο σπίτι,
κλωθογυρνώντας στο κρεββάτι
και σε κάθε μία από τις πολυθρόνες,
μάταια θα προσπαθείς να βρεις μια θέση,
χωρίς οίκτο....






To άθροισμα....



Το άθροισμα ήταν περίσσιο των προσδοκίων,παρόλο που παραλίγο να ξεχασθούν τα τα κρατούμενα...



΄Εκλεινα τα μάτια και λογάριαζα και παρόλο που κάποιες σκέψεις μικρές,πηγαινοερχόντουσαν, με σταθερή θέληση τις παρέκτρεπα και συνέχιζα σταθερά τους λογαριασμούς.




Έπρεπε να τα υπολογίσω όλα στο παραμικρό γιατί θα δημιουργούσε ένα σωρό προβλήματα και το παραμικρό λάθος σε όλες αυτές τις λίστες των υπολογισμών.



Και σχεδόν θα τα κατάφερνα ,αν δεν μου πέρναγε απ`το μυαλό εκείνη η απαίσια σκέψη που ξεκίνησε σιγά σιγά,χωρίς κανένα έναυσμα και που θέριευε,
δευτερόλεπτο δευτερόλεπτο,
λεπτό λεπτό,και γίνονταν ένα σαρωτικό κύμα ,
πιο ασυγκράτητη,
πιο ανεξέλεγκτη,
εκείνη η καταραμένη
,όπως νόμιζα,
αυτή η σκέψη που με απορρόφησε για πάντα,
που δεν μ`άφησε ποτέ να τελειώσω τους υπολογισμούς,
εκείνη η αδόκιμη σκέψη του τίποτα που δεν μπορούσε να εξαφανισθεί
,που οδήγησε σ`ένα κενό,
σε μιά λάμψη,
σ`ένα φως,
σ`'ενα φωτισμένο κενό μεσ`το οποίο τίποτα δεν είχε πιά την παραμικρή αξία...



Δευτέρα, 18 Μαΐου 2009

Tα rotweiler των ονείρων σου,αλυχτούν στην αυλή μου.





Τα μάζεψα και έφυγα,δεν γινόταν τίποτα σε κείνο το τούνελ του χρόνου που βρέθηκα.
'Ήταν όλοι εκεί και με περίμεναν να γίνω ο μπόγιας.
Να τα περιμαζεύω με στοργή και να φροντίσω να μην τους λείψει τίποτα.
Να τα περιποιηθώ με την μέγιστη φροντίδα,αλλά αυτά δεν καθόντουσαν ήσυχα,ότι και αν έκανα εξακολουθούσαν να μου γαβγίζουν και να προσπαθούν να γευτούν την σάρκα μου.
Έτσι λοιπόν,απλώς έφυγα.
Ήσυχα,απλά....
Αλλά 'οπως οι εκπλήξεις δεν τελειώνουν ποτέ και εμφανίζονται απροσδόκητα,έτσι και αυτά μου την είχαν στήσει. Ήταν παντού,και εμφανίζονταν από το πουθενά.
Αν και ξεκίνησα την παλιά μου ρουτίνα εξακολουθούσαν να με περιμένουν και να μου θυμίζουν όλα αυτά που ήταν καιρός να ξεχάσω.
Κάποιες φορές τα έβρισκα μέσα στην ντουλάπα μου και τα τσάκωνα προτού αντιδράσουν,



άλλες φορές καθώς πήγαινα στην δουλειά με τ`αυτοκίνητο μου....ΝΑ ΤΑ .......να επιμένουν και να πολλαπλασιάζονται συνεχώς απειλητικά για την ίδια την λογική μου και χωρίς να μπορώ να καταλάβω γιατί επέμεναν..





Μετά από αρκετό καιρό τα είχα συνηθίσει,το χειρότερο δε ήταν ότι πλέον είχαμε αναπτύξει και έναν ουσιαστικό κώδικα επικοινωνίας ,όχι μόνο δεν δάγκωναν αλλά τα καταλάβαινα,τα αισθανόμουν και μάλιστα σταμάτησαν να αλυχτούν κάθε βράδυ στην αυλή μου.
Βέβαια αισθανόμουν ότι κάτι και σε εμένα είχε αλλάξει,αργά ανεπαίσθητα αλλά που γινόταν πιο έντονο όταν συναναστρεφόμουν με τους παλιούς μου γνώριμους οι οποίοι είχαν από καιρό αρχίσει να με αποφεύγουν.
Να συμπεριφέρονται σαν να μην υπήρχα..
Το χειρότερο ήταν όταν άρχισαν να με χαϊδεύουν με στοργή αλλά χωρίς την οικειότητα που είχαμε παλιά.
Απόμακρα..
Είχα πλέον παρατήσει την δουλειά μου από καιρό,δεν θα δούλευα άλλωστε για ένα κομμάτι κόκκαλο.
Έτσι μόνος,στοιχειωμένος απ`τα όνειρα και τις προσδοκίες σου τα παράτησα όλα και αποφάσισα να ξαναρχίσω το γράψιμο μέχρι να πάψουν να αλυχτούν τα rotweiler στην αυλή μου.


Μόνο όταν κοιτάχθηκα στον καθρέπτη, καθώς έγραφα ,κατάλαβα....













Τότε σκέφτηκα και έγραψα το επόμενο ποίημα μπας και καταφέρω να επιστρέψω στα προηγούμενα.Γιατί εντέλει αυτοί οι χωρισμοί είναι τραυματικοί 'οσο και αν τους αγνοούμε...
Σαν ψυχοκάθαρση και για να σκουπίσω τα απομεινάρια ,ενδοσκοπικά ανάλυσα την κατάσταση και έγραψα το ακόλουθο κείμενο μονοκονδυλιά...

"Τις μέρες που πέθαινα απαλά στο πλάι σου"
"Τι καιρός μας χώριζε στον ίδιο χώρο...
Εσύ ήσουν απτή,μεστή,πρακτική,της σχολής του 1+1=2
Εγώ απ`την άλλη,είχα αμφιβολίες για τα πάντα.
Έσυ ήθελες να ζήσεις,άλλά εγώ πιστεύω ότι για να ζήσεις πρέπει πρώτα να πεθάνεις και τα ψιλοκατάφερνα γιατί είχα ήδη ξεχειλώσει την ζωή απ`όλες τις πλευρές της για να σπάσω τα καλούπια.
Εσύ μ`αγάπαγες όπως σε βόλευε,εγώ δεν μ`αγάπαγα και τόσο γιατί ήθελα προκαταβολικά να ξεχρεώσω όλα τα τιμήματα και να ξεμπερδεύω.
Και έτσι βρεθήκαμε μαζί,πάνω που θα πέθαινα για πάντα, και ζήσαμε μαζί ,εσύ να προσπαθείς να ζήσεις και εγώ να πεθάνω.Και με βοήθησες οφείλω να ομολογήσω ρουφώντας μου κάθε σταγόνα ενέργειας,με βοήθαγες με τις εμμονές σου και την ανάγκη σου να της οικιοποιηθώ,με βοήθησες με το να σπάσω ότι κομματάκια εγωισμού μου είχαν μείνει στο μεγαλύτερο πρόγκρομ της ψυχής μου.
Με βοήθαγες αρκετά αφήνωντας με να πεθαίνω κάθε βράδυ απαλά στο πλάι σου.."

Μετά που τελείωσα την συγγραφή και αφού θαύμασα το γέμισμα των χαρακτήρων στην οθόνη ξανακοιτάχτηκα στον καθρέπτη...


Ουφ....Δεν ήταν ότι καλύτερο αλλά τέλος πάντων....