Τρίτη, 31 Μαρτίου 2009

Πειρατές

Οι πειρατές των αλικών σου ονείρων,σουφροκοίταζαν,φυλώντας τα νώτα τους απ`το μέλλον.
Και ενώ εσύ πυργόβλεπες πάνω στις επάλξεις,λαγούμιαζαν ,αργά αλλά σταθερά,τον ακρογωνιαίο σου λίθο.
Περίμεναν την τρίτη αναλαμπή και σαν στραφτάλισε το μάτι σου,σου πήραν την γυαλάδα,το στραφτάλισμα και σου άφησαν τα όνειρα στιλπνά ,χωρίς χρώμα να στοιχειώνουν το πυραυγές των ελπίδων σου τέλος.
Και εσύ τότε πεισμώνωντας με βιαστικές κινήσεις ντύθηκες πειρατής.
Στο λυκαυγές των επιθυμιών σου,άνθησε μια τελευταία,αυτήν που την πότησαν οι βροχοπτώσεις της ανάγκης και η απύθμενη πλησμονή των χαρών.
Τελικά χουζούρευες απλά στον καναπέ ψάχνωντας τις παντόφλες.

Eκεί

Εκεί ανάμεσα στις δυό γραμμές-σειρές από φώτα.
Εκεί που μύριζε κατάχνια,αποφορά φεγγαρι...
Εκεί μες στα πλευρά των πλέον δυνατών σου εγχειρήσεων.
Μες στην παλιά την χώρα.
Μες της πάλης την χαρά.
Στερνή, μικρή χαρά.

The eyes of "nulla"

Tra isole e isolette,una luna che sparisce,
in questa febre,non ce di che...
Sfamati tra la gente ,una scopata inaspetabile ti auguro d`avere...
Cosi ti aspetto in angosia tra l`una e l`altra:
non ce nessuno che ti guarda,cosi vicino,
pieno di "nulla".

Arjuna`s Fall


Tον κάλεσαν να δώσει ακόμα μιά μάχη.
Μονάχος.
Ανώφελα ξοδεύωντας τα πυρομαχικά.
Επίθεση μετωπική σε οχυρωμένες θέσεις.
Απρόσβητα οχυρά εγωισμών,απόρθητα κάστρα,που δεν κάμπτωνταν με κανένα είδος πολιορκίας,καθώτι ο εγωισμός μεγάλωνε μέρα μέ την μέρα καλώντας πρόθυμες ενισχύσεις.
Χρειάζοταν μια νέα στρατηγική και στην επόμενη προέλαση,ξεχάστηκε για πάντα μέσα σε κείνο το λεπτό πριν την μάχη,πέφτωντας στα πόδια του οδηγού του...
Και ενώ όλοι τον περίμεναν ν`αρχίσει.



Ζωή σαν ταξίδι

Ζωή σαν ταξίδι,
της τελευταίας στιγμής.
Ζωή σαν ταξίδι,
σκόρπια μαζεύεις πράγματα μιά τελευταία στιγμή.






Ζωή σαν σύμπτωση που πρόλαβες το πλοίο.
Ζωή απρογραμμάτιστη,
φτιαγμένη για ταξιδιώτες.





Γέμισε καύσιμα,προχώρα,αυτοσχεδίασε,διάλεξε το πιό πρόσφορο μέσο,τον καλύτερο δρόμο.




Στοιχημάτισε με τον εαυτό σου,τι ώρα θα φτάσεις.



Ζωή σαν ταξίδι,
χαλάρωσε,κάπνισε ένα τσιγάρο να ξεκουραστείς.



Ότι και αν πήρες μαζί σου,έτσι και αλλιώς,ποτέ δεν θα το χρειαστείς.


Στην κόψη του ξυραφιού


Εκεί που πλανήθηκες ,θαλπωρή δεν υπάρχει,
αυτό που ξεπέρασες,αυτό σε προδίδει,
και εσένα που άφησες,αυτό σε τραβάει,
την μέρα που λύγισες,
και μπήκε η κακία...
Μια πίστη που πρόδωσες ,για πάντα σε προδίδει,και ότι και αν άφησες,
αυτό θα σ`αφήνει.

Erga Omnes


Ήταν η μυρωδιά της θειάφης και το χρώμα της γαλαζόπετρας που δεν έλεγε να φύγει απ`τα ρούχα.
Τρέχωντας στα παιδικά μου αμπέλια,στάζωντας κρασί πάτημα-σύρμα στα χείλη και στο στόμα.
Ρουφώντας άπληστα γλυκειά ζαλάδα κάτω απ`τον ήλιο που ζαχάρωνε ακόμα πιό πολυ τον βλογημένο του καρπό.
Και σαν το γέλιο ξέχειλο απ`την ψυχή όπου περίσσευε χυνόταν ,και οι συζητήσεις έρχονταν στο τέλος της ημέρας,οι πιό σοβαρές και για τους πιό μεγάλους,με γεύση μούστου αγνάντευα τ`αστέρια τα πιό μακρυνά ,και μοναχός παράμερα καθόμουν,κοιτώντας μιά τον ουρανό και μιά την θάλασσα .
Και έβλεπα πώς χάνονταν στα βάθη τα φωτισμένα πλοία,και σαν την στιγμή που μιά φαίνονταν και μιά χάνονταν το φώς τους,μόνο σαν έτσι φαίνεται και η ευτυχία σήμερα εκείνων εκεί των χρόνων.
Μακρυνή ,θαμπή,που σίγουρα πέρασε από μας μα τώρα φεύγει.


Οι μάγισσες δεν κλαίν ποτέ στ`αντίο(αν και τα μάγια ισχυρά)


Παντρεύτηκα το βάθος των ματιών σου,
την σύγχιση των αναστατωμένων σου κινήσεων,την ψεύτικη ταραχή και ευαισθησία σου.
Όπλα ισχυρά στα χέρια μίας μάγισσας.
Το κρυμμένο παρελθόν και το πόσο ηθελημένα γινόσουν ευκολόπιστη,
και ας έβαζες τα δυνατά σου να με υποτάξεις.
Μα οι μάγοι και οι μάγισσες παίζουν με ίσους όρους,
και δεν κλαίνε ποτέ στ`αντίο.





Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2009

Instances

O ατενιστής αγνάντευε τα μακρυνά σύννεφα πάνω απ` τον κάμπο.
Ο δεσμοφύλακας αφού σφύριξε,άνοιξε την πόρτα και ελεύθεροι οι φυλακισμένοι άρχισαν να εξερεύνουν μιά έρημη γη.
Μια πόρνη ξύριζε με την βοήθεια ενός σπασμένου καθρέπτη το εφηβαίο της.
Ο στρατηγός αφολυ προσμέτρησε τις απώλειες έμεινε ικανοποιημένος για την επίτευξη του αρχικού σκοπού.
Ο εγκληματίας γύρισε στον τόπο του εγκλήματος μετά από πολύ καιρό και αφού είδε οτι τα πάντα είχαν αλλάξει,νοστάλγησε άραχνα.
Ο ποιητής απελπισμένος μασούλαγε το μολύβι του και σκέφτηκε να επικαλεσθεί την ποιητική αδοία.
Ένα λουλούδι παρέδιδε τα πάντα στον άνεμο "μυρωδιά τε και γύρη".
Ο δεσμοφύλακας χωρίς δουλειά χάζευε το ψοφίμι ενός γλάρου δίπλα στην βρώμικη παραλία της φυλακής.
Η πόρνη βλαστήμησε μιά και άρχισε να βρέχει.
Ο στρατηγός πήγε σε μια χοροεσπερίδα με όλα του τα μετάλλια.
Ο εγκληματίας με τα τελευταία του λεφτά μέθυσε σε μια ταβέρνα.
Ο ποιητής αφου ξάπλωσε στο κρεββάτι του ξαναδιάβασε κλεφτά το τελευταίο του ποίημα.
Ο ατενιστής προσπάθησε με το βλέμμα του να καβαλήσει δυό ακτίνες ήλιου και τα κατάφερε.
Ο δεσμοφύλακας ξαναγύρισε στην έρημη φυλακή και έκλεισε με δύναμη την πόρτα από πίσω του.
Η πόρνη συνάντησε τον μεθυσμένο εγκληματία και τον ζέστανε στα γρήγορα σε κείνο κει το σοκάκι.
Ο στρατηγός ευχήθηκε για την θετική έκβαση του πολέμου και έκρυψε τα δάκρυα στην θύμηση του σκοτωμένου του γιού.
Ο ποιητής άγρυπνος προσπαθούσε μάταια ν`αποκοιμηθεί μέχρι που χάραξε την ματιά του μια πρώτη ακτίνα φωτός.
Το λουλούδι κατασπαράχτηκε από κάμποσες μέλισσες και πατήθηκε απ`τα πόδια του ατενιστή που κυνήγαγε να πιάσει ένα ηλιοβασίλεμα.
Ο μικρός θεός αφού τελείωσε την δημιουργία του σκηνικού του,διασκορπίστηκε στα πάντα για να μην νιώθει μόνος ,να μπορεί να συμμετέχει.
Οι κόσμοι κλείστηκαν ο καθένας για την πάρτη του στα σύνορα τους.
Και μια παιδική λαχτάρα ,μιά παιδική τρέλλα ήταν μόνο ικανή να μας δώσει λίγο , ζωή.

Τerra cotta



Terra cotta
H μοναξιά περιμένει...Καμμένη γή γεύτηκα,το κορμί σου ήτανε,




Πριν περιπλανηθούμε στους δρόμους των βουνών,



εκεί που χρόνια πολλά πριν οι ειδωλολάτρες έκαναν πομπές μυστικές και πρόσφεραν το αίμα τους στους σκοτεινούς θεούς τους,




πριν δούμε τις ψυχές των θνητών να τρεμοπαίζουν,μικρές φωτίτσες,στα λαδοκάντηλα που για μιά νύχτα φώτισαν την γή,

Αυτή την γή που γεύτηκα ,Terra cota.


Ήταν το σώμα σου που έμεινε στεγνό και κρύο...
Μια Σιβηρία στις φλόγες..

Ήταν πριν δούμε τα πλάσματα της νύχτας,πριν παλέψεις με την δύναμη,πριν καν σταματήσει ο κόσμος και τα μαλλιά σου πέσουνε,


πριν το φεγγάρι γκρεμίσει κείνον τον πύργο που φ'ωτιζε παλιά στ`απόμακρα χωριά της Ιταλίας,ήταν πριν το συναίσθημα νικήσει εντελως την λογική.



Και κοροιδεύαμε τον 'ηλιο και την μέρα ,ήταν απο πριν που είχε αποφασισθεί η γή να τελειώσει,εσύ να πεθάνεις, και να αναρωτιέμαι αιώνια πανω σε μια καμμένη γη χωρίς ίχνος ζωής,πάνω στις στάχτες που κάποτε ήτανε εσύ,


μονος ν`αναρωτιέμαι,



αν είμαι ζωντανός η αν δεν είμαι..

Video megliora proboque deteriora sequor

Eυρέθηκε ο ήχος των γιγάντων,της μουσικής τ`αλλαργιο κύμα.Οι διώκτες των Τιτάνων κρύφτηκαν στα υπερούσια Τάρταρα τους κρυφά αναμοχλεύωντας τις νίκες τις παλιές,


κρυφά μελετώντας τις μυστικές γραφές των αρχαίων των καιρών μας.


Δάσκαλε που μας έδειξες τον δρόμο,που δεν πρόκαμες το τελευταίο μάθημα να παραδώσεις,και εμείς άτακτοι μαθητές σαν δεν προσέχαμε τα λόγια σου τι κρίμα,

το μυστικό των μυστικών να μη μας το διδάξεις,
και σαν μελωδία αντηχούν οι προσταγές,


"Τον νού των ανθρώπων μην λογιάζεις"

"Ανόητοι θα βλέπουν και επιθυμούν τα καλύτερα,όμως τα χείριστα θα προτιμούν να πράττουν"

Παραχαράκτης


Ήσουν παραχαράκτης πολίτιμων λίθων.


Σμίλευες την κάθε πέτρα και την έκανες διαμάντι με τα χάδια σου.


Έβλεπες μα οι λάμψεις των πετρών δεν σε τύφλωναν.


Καμμιά φορά τις άφηνες μισοσμιλευμένες-φαινόντουσαν τα ελλατώματα τους-
τις άφηνες επίτηδες,με την ελπίδα να τις ξαναβρείς,πιο μεστές ,πιό καθαρές,'ετοιμες για την πιό λεπτεπίλεπτη δουλειά.


Μα ήταν σπάνιο να τις ξαναβρείς γιατί και έτσι γίνονταν βορρά των γυρολόγων.


Εσύ πικραινόσουν για λίγο αλλά έμενες ατάραχος.


Συνέχιζες να σμιλεύεις την κάθε πέτρα και να την κάνεις διαμάντι με τα χάδια και τα λόγια σου.



Why worry?


H ευτυχία ήταν κρυμμένη ανάμεσα απ`τα φύλλα ενός βιβλίου.


Η νίκη πίσω απ` τις φυλλωσιές της δάφνης



Ο πόλεμος πίσω από κάθε γωνία.





Η ήττα δίπλα από την νίκη,





και η ειρήνη ανάμεσα απ τους πολέμους.

Η γενναιότητα αλλάζει καθε τόσο θέση με την νιότη...


Το ένα λεπτό σιγής κρύβεται πίσω απ` τον θάνατο..



Ο ήχος πίσω από την κάθε κραυγή.






Ο στεναγμός πίσω από κάθε ψεύτικη ελπίδα.





O φόβος πίσω από κάθε ψιθύρισμα.



Η ψύχωση πίσω από παράξενες λάμψεις ματιών.




Η αλήθεια κρύφτηκε καλά και χάθηκε.



Το μόνο που φαινόταν καθαρά και ξεχώριζε ήταν μονάχα η μηδαμινότητα.